Η χθεσινή τηλεοπτική δημόσια παρέμβαση του Προέδρου του ΕΣΑΝ στην κρατική τηλεόραση, δεν προκαλεί απλώς προβληματισμό. Θέτει ευθέως ζήτημα θεσμικής συνέπειας, πολιτικής αξιοπιστίας και σεβασμού απέναντι στη μνήμη ενός ολόκληρου κλάδου.
Η νοσηλευτική κοινότητα έχει μνήμη. Θυμάται ποιοι στάθηκαν δίπλα στις διεκδικήσεις της, ποιοι υπέγραψαν αποφάσεις, ποιοι υπερασπίστηκαν συγκεκριμένες θέσεις και ποιοι σήμερα εμφανίζονται να υιοθετούν διαφορετικές αντιλήψεις χωρίς να εξηγούν τι ακριβώς μεσολάβησε.
Ο Πρόεδρος του ΕΣΑΝ δεν εμφανίστηκε σήμερα στη νοσηλευτική πραγματικότητα ως ουδέτερος παρατηρητής. Υπήρξε Αντιπρόεδρος της ΕΝΕ και συμμετείχε σε ομόφωνες θεσμικές αποφάσεις για την ανάγκη αυτοτελούς κλάδου Νοσηλευτών ΕΣΥ και για τη διακριτή επιστημονική ταυτότητα του νοσηλευτή. Όταν όμως κάποιος αλλάζει δημόσια θέση από αυτή που ο ίδιος υπηρέτησε θεσμικά, υπάρχει μία στοιχειώδης υποχρέωση: να εξηγήσει με καθαρότητα και ειλικρίνεια ποια νέα επιστημονικά, νομικά ή θεσμικά δεδομένα τον οδήγησαν σε αυτή τη μεταστροφή. Γιατί η επιστήμη εξελίσσεται. Οι θεσμοί επίσης. Αυτό που δεν μπορεί να αλλάζει χωρίς εξήγηση είναι η θεσμική στάση ανάλογα με τη θέση που κατέχει κάποιος.
Η νοσηλευτική κοινότητα περιμένει επίσης απαντήσεις για προτάσεις που φαίνεται να αμφισβητούν τη διαδρομή και τη λογική της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στη νοσηλευτική. Η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η ακαδημαϊκή υπόσταση του επαγγέλματος και η επιστημονική αναβάθμιση του νοσηλευτή δεν είναι πεδίο για πρόχειρους πειραματισμούς, ούτε για επικοινωνιακές ασκήσεις εντυπωσιασμού.
Ειδικότερα, εφόσον υποστηρίζεται ότι οι βοηθοί νοσηλευτών θα πρέπει να αποκτούν πρόσβαση στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση μέσω ειδικής διαδικασίας διαφορετικής από εκείνη που ισχύει για όλους τους πολίτες, γεννώνται σοβαρά ερωτήματα ως προς τη συμβατότητα μιας τέτοιας πρότασης με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας. Επίσης, είναι απορίας άξιο πώς ο Πρόεδρος του ΕΣΑΝ προτείνει κάτι τέτοιο, την ώρα μάλιστα που η συνταγματική αναθεώρηση έχει ήδη ολοκληρωθεί χωρίς, ευτυχώς, να συμπεριλάβει κάποια τέτοια νομοθετική ρύθμιση. Έχουμε φτάσει δηλαδή στην απόλυτη ισοπέδωση.
Επιπροσθέτως, κι ενώ ο ίδιος πρεσβεύει την εξέλιξη και την πανεπιστημιακή κατάρτιση, ως κάτοχος άλλωστε Διδακτορικού Διπλώματος και δύο μεταπτυχιακών διπλωμάτων (όπως ο ίδιος αναφέρει στην εν λόγω συνέντευξη), πώς γίνεται να ζητά ουσιαστικά την εξίσωση των ΔΕ Βοηθών Νοσηλευτών, διετούς εκπαίδευσης – το έργο των οποίων ουδείς αμφισβητεί – και των ΤΕ και ΠΕ Νοσηλευτών, αποφοίτων τουλάχιστον τετραετούς τριτοβάθμιας εκπαίδευσης; Τέτοιες προτάσεις δεν μπορούν να διατυπώνονται ως συνθήματα. Απαιτούν πλήρη νομική, επιστημονική και θεσμική τεκμηρίωση, διότι αφορούν τον πυρήνα της εκπαίδευσης, της επαγγελματικής επάρκειας και της ασφάλειας των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας. Άλλωστε, ως Διευθυντής Νοσηλευτικής Υπηρεσίας ενός από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της χώρας, ο κ. Πιστόλας γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα ότι οι διακριτοί επαγγελματικοί ρόλοι, τα προσόντα και οι αρμοδιότητες δεν αποτελούν τυπικές λεπτομέρειες. Συνδέονται άμεσα με την ασφάλεια των ασθενών, την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας και τη θεσμική προστασία του νοσηλευτικού επαγγέλματος.
Είναι εύλογο λοιπόν να τεθούν ορισμένα απλά ερωτήματα. Όταν υπήρχε η ανάγκη να ενωθεί πραγματικά η τριτοβάθμια νοσηλευτική εκπαίδευση, όταν έπρεπε να αντιμετωπιστούν οι διαχρονικές στρεβλώσεις του κλάδου, όταν οι νοσηλευτές ζητούσαν ουσιαστικές θεσμικές λύσεις, ποια ακριβώς ήταν η θέση και η δράση του ΕΣΑΝ; Ποιες μάχες δόθηκαν; Ποια προβλήματα λύθηκαν; Γιατί η νοσηλευτική δεν χρειάζεται νέες διαπιστώσεις ούτε νέες δημόσιες τοποθετήσεις χωρίς αποτέλεσμα. Χρειάζεται απολογισμό. Χρειάζεται έργο. Χρειάζεται συγκεκριμένες απαντήσεις.
Ο Πρόεδρος ενός θεσμικού οργάνου δεν κρίνεται από τις δηλώσεις του σε μια συνέντευξη. Κρίνεται από το αποτύπωμα που αφήνει, από τις παρεμβάσεις που πραγματοποίησε και από τις αλλαγές που κατάφερε να προωθήσει. Η νοσηλευτική κοινότητα δικαιούται να γνωρίζει ποια ήταν η θεσμική παρακαταθήκη της προηγούμενης θητείας στο ΕΣΑΝ. Ποια νομοθετική πρωτοβουλία ολοκληρώθηκε; Ποια μεταρρύθμιση προχώρησε; Ποια ουσιαστική βελτίωση είδε ο νοσηλευτής στην καθημερινότητά του;
Οι νοσηλευτές έχουν κουραστεί από μεγάλες λέξεις και μικρά αποτελέσματα. Έχουν κουραστεί από διακηρύξεις που αλλάζουν ανάλογα με το ακροατήριο και από θέσεις που προσαρμόζονται στις εκάστοτε ισορροπίες. Ο σεβασμός στον νοσηλευτή δεν αποδεικνύεται με δημόσιες εμφανίσεις. Αποδεικνύεται όταν κάποιος υπερασπίζεται τις αρχές του ακόμη και όταν αλλάζουν οι ρόλοι, οι τίτλοι και οι καρέκλες. Γιατί η θεσμική αξιοπιστία έχει μία βασική προϋπόθεση: συνέπεια. Και η συνέπεια δεν είναι θέμα επικοινωνίας. Είναι θέμα χαρακτήρα, ευθύνης και ιστορικής μνήμης.
Ο καθένας κρίνεται από το έργο που παράγει για το κοινό συμφέρον! Και η νοσηλευτική κοινότητα ξέρει ποιοι μάχονται για τα δίκαια αιτήματά της και θα κρίνει ανάλογα!
Για το Δ.Σ. του 2ου Π.Τ. της Ε.Ν.Ε.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Γ. ΜΠΑΛΙΟΖΟΓΛΟΥ Μ. ΚΩΣΤΙΚΟΥ







